Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Συμβολή του Βασιλικού Ναυτικού στους Βαλκανικούς Πολέμους


Του Ανθυποπλοιάρχου (ΕΦ-Ο)
Παναγιώτη Γέροντα Π.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ», τεύχος 83,
σ. 52 έκδ. Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, ΑΠΡ-ΙΟΥΝ 2013.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

 




Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» σε επιστολικό δελτάριο της
εποχής (ΠΗΓΗ: Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού).

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αποτελούν τις πιο ένδοξες σελίδες της ιστορίας του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους.
Με την πιο αντικειμενική και χωρίς συναισθηματισμούς θεώρηση οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της Ελλάδος όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Τότε η Ελλάδα διπλασιάστηκε εδαφικά και οικονομικά και έφθασε σε σημείο να θεωρείται μια σημαντική δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου. Το μικρό ελληνικό βασίλειο προ των Βαλκανικών ασφυκτιούσε στα στενά εδαφικά όριά του, ενώ οι προοπτικές για οικονομική ανάκαμψη ήταν δυσοίωνες καθώς έλειπαν οι παραγωγικές δομές και οι πρώτες ύλες. Παράλληλα και ο μικρός πληθυσμός καθιστούσε απαγορευτική τη δημιουργία βιομηχανικών δομών καθ’ όσον δεν υπήρχαν εργατικά χέρια και κατανάλωση προϊόντων. Ακόμη το μικρό ελληνικό βασίλειο ήταν στρατιωτικά αδύναμο και πολλές φορές υπήρξε έρμαιο των διεθνοπολιτικών εξελίξεων και βουλήσεων των Μεγάλων Δυνάμεων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πολλές φορές υπάρχει η τάση να παρουσιάζονται οι νίκες Ελληνικού Στρατού και Ναυτικού στους Βαλκανικούς Πολέμους ως κάτι το «ξαφνικό», το ρηξικέλευθο. Εν τούτοις η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Ήδη πολύ πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, πολύ πιο πριν και από το Κίνημα στου Γουδή την 15η Αυγούστου του 1909, ήδη από την περίοδο διακυβέρνησης του Χαρίλαου Τρικούπη γίνονται προσπάθειες για την αναδιοργάνωση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Αυτή η προσπάθεια θα πάρει δύο μορφές α) την πρόσκτηση νέων πολεμικών μονάδων και εξοπλισμού και β) μετάκληση ξένων οργανωτικών αποστολών ούτως ώστε να μεταλαμπαδευτούν στα στελέχη του Στρατού και του Ναυτικού η γνώση και η οργάνωση των Όπλων των Μ. Δυνάμεων.
Ο προβληματισμός για την ενίσχυση του Ναυτικού ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της μεγάλης Κρητικής Επανάστασης του 1866. Για την ενίσχυση των Κρητών αγωνιστών εμπορικά εξοπλισμένα ατμοκίνητα μετέφεραν εθελοντές και εφόδια στους επαναστάτες. Ένα από αυτά η «Ένωσις» καταδιώχθηκε από το Οθωμανικό Ναυτικό με αποτέλεσμα το ατμοκίνητο να βρεθεί στο λιμάνι της Σύρου. Το Οθωμανικό Ναυτικό κατέπλευσε στο λιμάνι της ελληνικής Σύρου και ο διοικητής της οθωμανικής μοίρας, αντιναύαρχος Χόβαρτ, Άγγλος ο οποίος υπηρετούσε στο Οθωμανικό Ναυτικό, επέδωσε στον νομάρχη των Κυκλάδων τελεσίγραφο, σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος έπρεπε να του παραδώσει την «Ένωση» εντός ορισμένης προθεσμίας, ενώ αλλιώς απειλούσε ότι θα την καταλάμβανε με την βία.

Το Ελληνικό Ναυτικό μπορούσε να παρατάξει μόνο ένα αξιόμαχο πλοίο, τον ατμοδρόμωνα «Ελλάς» και τελικά η κρίση εκτονώθηκε με παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων[1]. Μέχρι τότε επικρατούσε η αντίληψη ότι το Ναυτικό έπρεπε απλά να είναι ένας στολίσκος καταπολέμησης της πειρατείας [2], αυτό άλλαξε άρδην και αποφασίστηκε άμεσα ο εξοπλισμός του. Οι πρώτες άμεσες αγορές και ναυπηγήσεις έγιναν στην διακυβέρνηση Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Οι προσκτήσεις όμως αυτές έγιναν βιαστικά και υπήρξαν ατυχείς [3].
Η μεγάλη όμως περίοδος αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του Πολεμικού Ναυτικού ξεκινάει την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον Χαρίλαο Τρικούπη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η αναδιοργάνωση των Μεγάλων Δυνάμεων ταυτίζεται με την περίοδο του έντονου εκσυγχρονισμού της χώρας. Ο Τρικούπης είχε βασικό άξονα της πολιτικής του την αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Πήρε μέτρα για την απολιτικοποίηση των αξιωματικών, εκσυγχρόνισε την εκπαίδευση (αυτή την περίοδο ιδρύεται η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων), αλλά και το υλικά και τον εξοπλισμό (τότε αγοράστηκαν από τη Γαλλία τα τρία θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά»). Αυτός ο εξοπλισμός του Ναυτικού θα καταστήσει την Ελλάδα την πιο ισχυρή ναυτική δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου [4]. Το 1881 μεταφέρθηκε και ο Ναύσταθμος στη θέση «Αράπη» της Σαλαμίνας που βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Μεγάλη συνεισφορά για την οργάνωση του Ναυτικού είχε και η Γαλλική Οργανωτική Αποστολή υπό τον υποναύαρχο Charles Joseph-Laurent Lejeune η οποία κατέφθασε στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1884 και αμέσως άρχισε της κοπιώδεις προσπάθειες ανασυγκρότησης ενώ οι χρηματικές απολαβές λίγο διέφεραν από αυτές που έπαιρναν στη Γαλλία [5]. Η οργανωτική προσπάθεια της Αποστολής μεταφράστηκε σε μια πληθώρα νομοθετημάτων που αφορούσαν τον ιματισμό των στελεχών, τη μισθοδοσία, την εκπαίδευση, τις λιμενικές αρχές, τη ναυτική στρατολογία, τη σύνταξη σηματολογίου, τον Γενικό Οργανισμό των πληρωμάτων του Στόλου, τη σύσταση Ναυτικού Νοσοκομείου, τη μισθοδοσία των τεχνιτών των συνεργείων του εργοστασίου του Ναυστάθμου, την κατάσταση των υπαξιωματικών κ.λπ.

Το 1879 ιδρύθηκε η Σχολή Ναυτοπαίδων, το 1884 η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, το 1887 το Κεντρικό Προγυμναστήριο του Πόρου, το 1880 άρχισε να λειτουργεί ειδικό σχολείο για τα υποβρύχια, το 1884 συστάθηκε σχολή τορπιλητών στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, το 1887 πραγματοποιήθηκε η πρώτη δοκιμή νάρκης, ενώ τέλος το 1888 συστάθηκε η Σχολή Υποβρυχίου Αμύνης [6]. Όσο αφορά τις ναυτικές μονάδες του Στόλου το 1878 άρχισε η ναυπήγηση του καταδρομικού «Ναύαρχος Μιαούλης» στη Γαλλία σε σχέδια του εξαίρετου ναυπηγού Λαγκάν. Ήταν σιδερένιο, αθωράκιστο, ελικοκίνητο και είχε εξαρτισμό ιστιοφορίας δρόμωνος. Μεγάλο μέρος από την δαπάνη κατασκευής του-2,3 εκ χρυσές δραχμές- καλύφθηκε με χρήματα της «Εταιρείας προς σχηματισμό Εθνικού Στόλου», που ιδρύθηκε το 1866 από τον Κ. Νικόδημο και η οποία για πρώτη φορά διέθετε χρήματα για αυτό τον σκοπό. Ήταν πραγματικά από τα όμορφα πλοία της εποχής του και χρησιμοποιήθηκε προς «επίδειξη της Σημαίας» σε περιοχές με απόδημο ή υπόδουλο ελληνικό πληθυσμό, και ως εκπαιδευτικό της μετέπειτα Σχολής Δοκίμων.




Η κανονιοφόρος «Α», πρώην «ΣΦΑΚΤΗΡΙΑ».  Περίοδος Βαλκανικών
Πολέμων. ΦΩΤΟ: Αγνώστου  (πηγή: Αντιναυάρχου Π.Ν. ε.α.
Ιωάννη Παλούμπη:  ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ – Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ
ΑΓΩΝΑΣ (1912 – 1913) ΝΜΕ 2007.

Το 1880 ναυπηγήθηκαν στην Γαλλία 4 Κανονιοφόροι οι «Μυκάλη», «Σφακτηρία», «Ναυπακτία» και «Αμβρακία», οι οποίες αμέσως ονομάστηκαν Κανονιοφόροι Α,Β,Γ και Δ. Το 1881 ναυπηγήθηκαν στη Αγγλία οι ατμοβαρίδες «Άκτιον» και «Αμβρακία». Το ίδιο έτος αγοράστηκαν οι τορπιλοθέτιδες από την Αγγλία «Αιγιαλεία», «Μονεμβασιά» και «Ναυπλία». Στα ναυπηγεία Yarrow της Αγγλίας μεταξύ των ετών 1881-3 ναυπηγήθηκαν τα τορπιλοβόλα «Κύπρος», «Κως», «Μυτιλήνη», «Ρόδος», «Σάμος» και «Χίος». Αυτά στην αρχή δεν είχαν τορπιλοσωλήνες, τοποθετήθηκαν αργότερα στην Ελλάδα. Ειδικά στα «Σάμος» και «Χίος» τοποθετήθηκαν στο Fiume. To 1881 αγοράστηκε από την Αγγλία το τορπιλοβόλο «Ιωνία» που ήταν το πρώτο που διέθετε πλευρικούς τορπιλοσωλήνες.

Το 1885 ναυπηγήθηκαν και οι τέσσερεις ατμομυοδρόμωνες «Ευρώτας», « Αχελώος», «Αλφειός» και «Πηνειός» που όλα μαζί αναφέρονται ως «Ποταμοί» και χρησίμευσαν για εκ- παιδευτικούς πλόες των Δοκίμων αλλά και στις επιχειρήσεις στον Αμβρακικό. Το 1889 ναυπηγήθηκαν στη Χάβρη μετά από παραγγελία της Ελληνικής Κυβέρνησης τα θωρηκτά «Σπέτσαι», «Ύδρα» και «Ψαρά» σε σχέδια και μελέτες του Γάλλου Αρχιναυπηγού Dupont [7].
Το 1900 ιδρύεται επί Κυβερνήσεως Θεοτόκη το Ταμείο Εθνικού Στόλου(ΤΕΣ), το οποίο θα αναλάβει την συγκέντρωση των κληροδοτημάτων και προσφορών για το Πολεμικό Ναυτικό με σκοπό την ναυπήγηση νέων μονάδων του Ελληνικού Στόλου. Η προσφορά του υπήρξε κεφαλαιώδης.

Ο ατμομυοδρόμωνας «Αλφειός» κατά τα γυμνάσια με ιστία
στο Σαρωνικό, 17 Νοεμβρίου 1904 («Ο Ελληνικός Στόλος στις
αρχές του 20ου αιώνα. Φωτογραφικές μνήμες Ναυάρχου
Νικολάου Μακκά», Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο).

Από εκεί και πέρα επέρχεται ένας αδικαιολόγητος εφησυχασμός και αναστολή των εξοπλισμών. Όταν όμως έγινε γνωστό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακαίνισε το θωρηκτό «Μεσουδιέ», ότι παρήγγειλε δύο τορπιλοβόλα, ότι θα επισκευάζονταν πολλά οθωμανικά πλοία και ότι τέλος παραγγέλθηκαν και τρία ελαφρά καταδρομικά («Χαμηδιέ», «Μετζητιέ» και «Δράμα»-το τελευταίο δεν παραδόθηκε), στην Αθήνα βάρεσε συναγερμός και κατά τα έτη 1905-7 (διακυβέρνηση Θεοτόκη) θα προβεί σε αγορά 4 αντιτορπιλικών από τα Ναυπηγεία Yarrow της Αγγλίας με λεφτά του Ταμείου Εθνικού Στόλου («Θύελλα», «Λόγχη», «Ναυκρατούσα», «Σφενδόνη») και άλλα τέσσερα από τα ναυπηγεία Vulkan του Στετίνου, σημερινό Στέτσιν της Πολωνίας («Βέλος», «Δόξα», «Νίκη» και «Ασπίς») [8]. Η διάθεση εκσυγχρονισμού και πρωτοπορίας οδήγησε την Ελληνική Κυβέρνηση στο να αγοράσει και το πρώτο υποβρύχιο το «Nordenfelt 1» σε σχέδια του Άγγλου George Garrett και του Σουηδού Thorsten Nordenfelt. Το υποβρύχιο αγοράστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση τον Δεκέμβριο του 1885 και έφθασε αποσυναρμολογημένο στον Πειραιά στις 13 Ιανουαρίου του 1886. Την συναρμολόγηση ανέλαβε το αμερικάνικο μηχανουργείο «McDowal and Barbour». Εν τούτοις στις δοκιμές που ακολούθησαν, το υποβρύχιο δεν κρίθηκε αξιόπλοο, έτσι έμεινε να σαπίζει στην Ακτή του Φαλήρου μέχρι το 1901, οπότε μεταφέρθηκε για διάλυση. Παρόλα αυτά το Πολεμικό Ναυτικό επανήλθε στο θέμα των υποβρυχίων με την παραγγελία από την Γαλλία το 1910 δύο υποβρυχίων που ονομάστηκαν «Δελφίν» και «Ξιφίας». Το «Δελφίν» κατέφθασε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας μόλις στις 5 Οκτωβρίου του 1912 και αποφασίστηκε ο άμεσος πλους του στο ορμητήριο του Μούδρου που ναυλοχούσε ο Ελληνικός Στόλος γιατί ήδη είχε ξεκινήσει ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Το «Ξιφίας» παρελήφθη τον Μάρτιο του 1913 και δεν έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις των Βαλκανικών [9].

Κορωνίδα όμως του εξοπλιστικού προγράμματος ήταν η παραγγελία του θωρακισμένου ευδρόμου ή καταδρομικού (Θ/Κ) «Αβέρωφ». Το πλοίο αγοράστηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1909. Ήταν το τρίτο της ίδιας σειράς με τα «Pisa» και «Αmalfi» που ναυπήγησε ο οίκος Orlando στο Λιβόρνο για το Ιταλικό Ναυτικό. Ο «Αβέρωφ» παρελήφθηκε από τον Πλοίαρχο Ι. Δαμιανό και άμεσα έπλευσε για το Πόρτσμουθ για να συμμετάσχει στις εορτές στέψης του Βασιλέως της Αγγλίας Γεωργίου Ε’. Προσάραξε όμως σε ύφαλο και αναγκάστηκε να δεξαμενιστεί.

Τότε δημιουργήθηκαν κρούσματα απειθαρχίας με αποτέλεσμα ο Κυβερνήτης να αντικατασταθεί από τον πλοίαρχο τότε, Παύλο Κουντουριώτη. Ο «Αβέρωφ» έφθασε στο Φάληρο την 1η Σεπτεμβρίου του 1911 όπου και έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από τον ελληνικό λαό. Ήταν πραγματικά ένα τεχνολογικό επίτευγμα της εποχής του, που θα έγερνε καθοριστικά την πλάστιγγα υπέρ του ελληνικού Ναυτικού στον αγώνα του για την απελευθέρωση του Αιγαίου [10].
Τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων ο Ελληνικός Στόλος ήταν έτοιμος να αναλάβει την πολυσήμαντη αποστολή του. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι η ύπαρξη ισχυρού Ελληνικού Στόλου οδήγησε στο έπος των Βαλκανικών Πολέμων. Πρώτα απ’ όλα ακόμα και η συμμετοχή της Ελλάδος σε αυτήν την ιδιότυπη Βαλκανική Συμμαχία εξασφαλίστηκε από την ύπαρξη ισχυρού στόλου. Η Βουλγαρία δέχθηκε την συμμαχία της Ελλάδος παρόλο που τα συμφέροντα των δύο χωρών ήταν αντικρουόμενα στη Μακεδονία, επειδή η ηγεσία της γνώριζε ότι χωρίς την ύπαρξη ισχυρού στόλου στο Αιγαίο, το Οθωμανικό Ναυτικό θα διεκπεραίωνε στρατό στα Βαλκάνια και θα καθιστούσε το έργο του Βουλγαρικού Στρατού δύσκολο ως αδύνατο.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε στα ευρωπαϊκά της εδάφη 346.000 άνδρες ενώ οι Βαλκάνιοι Σύμμαχοι παρέτασσαν αναλυτικά: Ελλάδα 105.000, Βουλγαρία 305.000, Σερβία 223.000 άνδρες, Μαυροβούνιο 35.000, σύνολο 668.000 άνδρες [11]. Από την παράθεση των αριθμών βγαίνει ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία χρειαζόταν να μεταφέρει ενισχύσεις από τις εφεδρείες στην Μικρά Ασία και τη Μέση Ανατολή για να αντιμετωπίσει τους Βαλκάνιους Συμμάχους.
Επειδή όμως το Αιγαίο είχε μετατραπεί από το Ελληνικό Ναυτικό σε mare clausum η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να χρησιμοποιήσει το φτωχό και απαρχαιωμένο χερσαίο και σιδηροδρομικό δίκτυο με αποτέλεσμα οι ενισχύσεις να μην φθάσουν ποτέ [12].
Ο Ελληνικός Στόλος με αρχηγό τον υποναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη [13] άμεσα με την κήρυξη του πολέμου απελευθερώνει την Λήμνο [14] και εγκαθιστά στον Μούδρο ταχύτατα ναυτική βάση. Αντιτορπιλικά αναλαμβάνουν την άγρυπνη φρούρηση των Δαρδανελλίων ενώ παράλληλα απελευθερώνονται τα νησιά του Βορείου Αιγαίου.




Διαταγή του Ναυάρχου Αρχηγού του Στόλου του Αιγαίου,
Π. Κουντουριώτη προς τον Διοικητή των Ανιχνευτικών,
Αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστο, να πλεύσει με το «ΛΕΩΝ»
στο Δεδεαγάτς. Μούδρος 13/11/1912 (πηγή: Αντιναυάρχου
Π.Ν. ε.α. Ιωάννη Παλούμπη:  ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ –
Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ  (1912 – 1913) ΝΜΕ 2007).

Πρώτα απελευθερώνονται η Ίμβρος, ο Άγιος Ευστράτιος, η Θάσος και η Σαμοθράκη. Τα νησιά αυτά απελευθερώθηκαν αναίμακτα λόγω της εθνολογικής κυριαρχίας του ελληνικού στοιχείου. Την ίδια περίοδο που απελευθερώνονται τα νησιά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης, κυβερνήτης του τορπιλοβόλου 11 τορπιλίζει το αγκυροβολημένο οθωμανικό θωρηκτό Φετιχ-ι-Μπουλέντ και συνέχεια εξέρχεται του λιμένος με το πλοίο ανέπαφο. Αυτό το κατόρθωμα αν και δεν επηρέασε τον πόλεμο εν τούτοις είχε σοβαρή θετική επίδραση στο ηθικό των πληρωμάτων του Ελληνικού Στόλου. Στη συνέχεια απελευθερώνονται τα νησιά των Ψαρών, της Ικαρίας και της Τενέδου [15].
Στις 27 Οκτωβρίου καταλαμβάνεται η Θεσσαλονίκη από τον Ελληνικό Στρατό μόλις λίγο πριν εισέλθει στην πόλη ο Βουλγαρικός. Λίγο αργότερα η κυβέρνηση πληροφορείται ότι ο Βουλγαρικός Στρατός που είχε φθάσει έξω από την Θεσσαλονίκη θα εκινείτο προς κατάληψη του Αγίου Όρους. Ο Ελληνικός Στόλος όμως αποβίβασε άμεσα άγημα με αποτέλεσμα η βουλγαρική επιχείρηση να ματαιωθεί.
Στις 8 Νοεμβρίου πραγματοποιείται απόβαση στη Μυτιλήνη και ο Οθωμανικός Στρατός αποσύρθηκε στα ορεινά [16]. Στην συνέχεια ο Ελληνικός Στόλος ανέλαβε την φρούρηση της μεταφοράς Βουλγαρικού Στρατού από τη Θεσσαλονίκη στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). Η ελληνική ηγεσία δέχθηκε πρόθυμα την συμμαχική αποστολή για να αποσυμφορηθεί η Θεσσαλονίκη από την ενοχλητική παρουσία τόσο πολλών βουλγαρικών δυνάμεων.

Η πιο δύσκολη επιχείρηση απελευθέρωσης ήταν αυτή της Χίου. Τα ελληνικά πολεμικά της «Μοίρας των Ευδρόμων»[17] υπό τον πλοίαρχο Ιωάννη Δαμιανό και τα μεταγωγικά του Στρατού μεθορμίστηκαν στη θέση «Κοντάρι» της Χίου όπου είχε αποφασιστεί ότι θα γινόταν η απόβαση. Οι Οθωμανοί όμως ήταν καλά οχυρωμένοι και άρχισαν να πυροβολούν με το που είδαν να πλησιάζουν οι λέμβοι. Στις μανιασμένες μάχες που ακολούθησαν, το ελληνικό αποβατικό άγημα αν και πιο ολιγάριθμο από το εχθρικό προσπαθούσε να εξοντώσει τους εχθρούς που είχαν καταλάβει δυσπρόσιτες θέσεις. Σε μια τέτοια θαρραλέα ελληνική επίθεση βρήκαν το θάνατο ο ανθυποπλοίαρχοςΝικόλαος Ρίτσος, ο νεαρός δόκιμος Παστρικάκης και 20 ναύτες του αγήματος. Παρόλα αυτά μόνο όταν εξουδετερώθηκαν οι οθωμανικές δυνάμεις στα ορεινά της Μυτιλήνης κατέστη δυνατόν να αποσταλούν σημαντικές ενισχύσεις στη Χίο. Στις 20 Δεκεμβρίου απελευθερώνεται η Χίος και οι εναπομείνασες οθωμανικές δυνάμεις παραδίδονται.

Όλο αυτό το διάστημα το Οθωμανικό Ναυτικό αναλωνόταν σε μικροεπιχειρήσεις εναντίον του εμβρυακού Βουλγαρικού Ναυτικού στην Μαύρη Θάλασσα. Οι Βούλγαροι είχαν και κάποιες επιτυχίες κατά του Οθωμανικού Στόλου. Μόνο όταν υπεγράφη ανακωχή μεταξύ των Βαλκάνιων Συμμάχων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Οθωμανικός Στόλος αποφάσισε να βγει να ναυμαχήσει τον Ελληνικό. Η Ελλάδα απέρριψε δελεαστική πρόταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για χωριστή ανακωχή και συνέχισε να είναι σε εμπόλεμη κατάσταση.
Αυτό που «κλείδωσε» την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο ήταν οι δύο νικηφόρες ναυμαχίες του Ελληνικού Στόλου κατά του Οθωμανικού, η ναυμαχία της Έλλης(3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Ιδιαίτερα μετά την δεύτερη ναυμαχία οι ζημιές των οθωμανικών πλοίων ήταν τόσο εκτεταμένες που ο αρχηγός των οθωμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, αρχιστράτηγος Ναζίμ Πασά δήλωσε στο Κοινοβούλιο «Ο Στόλος έπραξε ό,τι ήτο δυνατόν. Δυστυχώς ουδέν δυνάμεθα, πλέον, να αναμένωμεν από αυτόν [18].»

Το πρωί της 1ης Δεκεμβρίου του 1912 έγινε η πρώτη μικροσυμπλοκή μεταξύ Ελληνικού Στόλου με οθωμανικό πλοίο, το καταδρομικό «Μετζητιέ». Το «Μετζητιέ» συμπλέκεται με τα ελληνικά αντιτορπιλικά ανταλλάσοντας σφοδρό πυρ. Ο διοικητής του Στολίσκου Αντιτορπιλικών πλοίαρχος Α. Βρατσάνος διατάζει και το υποβρύχιο «Δελφίν (κυβερνήτης πλωτάρχης Σ. Παπαρρηγόπουλος) να καταδυθεί και να προσεγγίσει για επίθεση. Ήταν όμως αργά το «Μετζητιέ» απομακρύνθηκε και ξαναμπήκε στα Στενά. Η συμπλοκή αυτή υπήρξε λίαν επικίνδυνη για τα ελληνικά αντιτορπιλικά γιατί εκτός από τα πυρά του «Μετζητιέ» δέχονταν και αυτά των οθωμανικών επάκτιων πυροβολείων. Είχε ήδη φανεί ο τρόπος που θα ναυμαχούσε ο Οθωμανικός Στόλος. Τα εχθρικά πλοία θα προσπαθούσαν να παρασύρουν τα ελληνικά μέσα στο πεδίο βολής των επάκτιων πυροβολείων.




Απόδειξη παραλαβής του υπ’ αριθ. 92 σηματολογίου και του
υπ’ αριθ. 248 εγχειριδίου τακτικής προς χρήση του αντιτορπιλικού
«ΛΕΩΝ» από το Διοικητή της Ομάδος Ανιχνευτικών, Δ. Παπαχρήστο.
Υπογράφει ο Κυβερνήτης του πλοίου, Πλωτάρχης Ι. Ραζηκότσικας.
Σαλαμίνα, 14/10/12. (πηγή: Αντιναυάρχου Π.Ν. ε.α. Ιωάννη Παλούμπη:
ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ – Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ  (1912 – 1913) ΝΜΕ 2007.

Στις 8.00 π.μ. της 3ης Δεκεμβρίου τα οθωμανικά πλοία εξέρχονται των Στενών σε γραμμή παραγωγής [19]. Πρώτα βγαίνει το καταδρομικό «Μετζητιέ» ακολουθούμενο από οκτώ αντιτορπιλικά και μετά από αυτά ακολουθούσαν τέσσερα θωρηκτά. Στην εξέλιξη της ναυμαχίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η ελληνική τόλμη του αρχηγού ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, η ευψυχία των ελληνικών πληρωμάτων καθώς και η τεχνολογική υπεροχή του θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ».
Ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης αποδέσμευσε τον υπόλοιπο Ελληνικό Στόλο υψώνοντας επί της ναυαρχίδας του τη σημαία «Ζ» που σημαίνει «αι κινήσεις μου ανεξάρτηται» και εφόρμησε στον Οθωμανικό Στόλο με ταχύτητα 21 κόμβων με σκοπό να υπερφαλαγγίσει τα εχθρικά θωρηκτά και να διαγράψει τόξο από μπροστά τους. Επειδή όμως τα άλλα θωρηκτά είχαν μικρή ταχύτητα, το «Γεώργιος Αβέρωφ» πέρασε μόνο του ανάμεσα σε πυκνά πυρά των εχθρικών πλοίων και των επάκτιων πυροβολείων, πράγμα το οποίο πανικόβαλε τους Οθωμανούς που έκαναν στροφή και εισήλθαν με αταξία στα Στενά [20].

Ο παραπάνω αναφερθείς ελιγμός ονομάζεται «Διασταύρωση του Τ» και χρησιμοποιήθηκε στη ναυμαχία της Τσουσίμα από τα ιαπωνικά θωρηκτά εναντίον των Ρώσων. Στηρίζεται στην ιδέα ότι τα θωρηκτά του στόλου Α που «περνάνε» από την πλώρη των θωρηκτών του στόλου Β μπορούν να βάλουν με όλα τα πυροβόλα από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, ενώ τα του στόλου Β μόνο με τα πυροβόλα της πλώρης [21].
Οι ζημιές ήταν ασήμαντες για τα ελληνικά πλοία, ενώ τα οθωμανικά πλοία υπέστησαν σοβαρές βλάβες [22]. Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν ο κελευστής της πηδαλουχίας Κατζιντζάρης, ενώ τραυματίστηκαν επτά ναύτες και ανθυποπλοίαρχος Γκούρας Μαμούρης του οποίου όμως το τραύμα μολύνθηκε και υπέκυψε.
Μετά την πρώτη αυτή ήττα το Οθωμανικό Ναυτικό επέδειξε ενεργητικότητα με αποτέλεσμα να γίνουν διάφορες αψιμαχίες μεταξύ ελληνικών και οθωμανικών πλοίων. Σε μία από αυτές, το απόγευμα της 8 Δεκεμβρίου, το «Δελφίν» κατεδύθη και έβαλε μια τορπίλη κατά του «Μετζητιέ» που μαζί με άλλα οθωμανικά πλοία είχαν εξέλθει των Στενών. Εν τούτοις η τορπίλη όταν «βγήκε» από τον τορπιλοσωλήνα δεν διέγραψε την τροχιά της αλλά βυθίστηκε [23]. Αυτή ήταν η πρώτη επιθετική τορπιλική ενέργεια υποβρυχίου παγκοσμίως [24].

Στην συνέχεια το Οθωμανικό Ναυαρχείο κατέφυγε σε ένα τέχνασμα αντιπερισπασμού ούτως ώστε να απομακρύνει το «Γεώργιος Αβέρωφ» από τα Δαρδανέλλια. Το οθωμανικό καταδρομικό «Χαμηδιέ» διαφεύγοντας της προσοχής του επιτηρούντος Ελληνικού Στόλου, βγήκε από τα Δαρδανέλλια και έφτασε στη Σύρο και έβαλε κατά του επίτακτου «Μακεδονία» (2/1/1913) με αποτέλεσμα το «Μακεδονία» να μείνει μισοβυθισμένο στο λιμάνι. Στην Αθήνα επικράτησε πανικός αλλά ο Παύλος Κουντουριώτης δεν πτοήθηκε ο Ελληνικός Στόλος συνέχισε να επιτηρεί τα Δαρδανέλλια και το «Αβέρωφ» παρέμεινε στη θέση του.
Στις 5 Ιανουαρίου του 1913 ο Οθωμανικός Στόλος εξέρχεται των Στενών και πάλι επαναλαμβάνεται η ίδια κατάσταση. Ο «Γεώργιος Αβέρωφ» καταδιώκει τα εχθρικά πλοία και το ελληνικό πυρ ήταν πολύ εύστοχο, εν αντιθέσει με αυτό των Οθωμανών. Ο Οθωμανικός Στόλος εισέρχεται με πολλές βλάβες στα Στενά. Η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο ήταν πια και επίσημη.

Στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο για την ελληνική κυριαρχία στην διαφιλονικούμενη Μακεδονία το Ελληνικό Ναυτικό ήταν ένας σημαντικός παράγοντας. Ήταν πραγματικά αδύνατο να κρατηθεί παραλιακή πόλη από τον Βουλγαρικό Στρατό ενώ υπήρχε ισχυρός Ελληνικός Στόλος. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων στο Τσάγεζι και της Καβάλας.
Το θωρηκτό «Αβέρωφ» υποστήριξε πολύ αποτελεσματικά τον Ελληνικό Στρατό που δεχόταν επίθεση από τον Βουλγαρικό στο Τσάγεζι, ενώ στη συνέχεια διενεργεί αποκλεισμό μαζί με άλλα ελληνικά πολεμικά στις ακτές της Θράκης. Τέλος το θωρηκτό «Αβέρωφ», τα αντιτορπιλικά «Λέων», «Λόγχη», «Ασπίς» και το εξοπλισμένο εμπορικό «Μυκάλη» διενεργούν εικονική απόβαση στην Καβάλα με αποτέλεσμα να εκκενωθεί η πόλη από τους Βουλγάρους.
Τέλος δέον είναι να γίνει αναφορά και στο Ναυτικό Σύνταγμα (29ο Πεζικό) το οποίο συγκροτήθηκε από ναύτες, υπαξιωματικούς και αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού και πολέμησε με αυταπάρνηση εναντίον των Βουλγάρων στη Θράκη κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.

Συμπερασματικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι μεγάλος μέρος του έπους των Βαλκανικών Πολέμων ανήκει στο Πολεμικό Ναυτικό και αυτό είναι ένα δίδαγμα για το μέλλον˙ ισχυρή Ελλάδα σημαίνει ισχυρό Ναυτικό. Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Η νησιώτικη γεωγραφία της χώρας μας που είναι κυριολεκτικά «βουτηγμένη» στη θάλασσα επιβάλλει την ύπαρξη κατάλληλων και ικανών ναυτικών δυνάμεων, όποιο και να είναι το κόστος.
http://perialos.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html
 


Ευχαριστούμε πολύ για την επίσκεψη! thiva post

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχαριστούμε πολύ για την επίσκεψη!

Τα μόνα σχόλια που σβήνω είναι οι ύβρεις.

Χειρουργικό Ιατρείο

Χειρουργικό Ιατρείο