Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ Υ/Κ "ΛΑΚΩΝΙΑ" Β΄ΜΕΡΟΣ

22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1963
Μαρτυρία του τότε Δοκίμου Λογιστού Η. Μεταξά Ε.Ν.
Β΄ΜΕΡΟΣ


Του Ηλία Μεταξά, Οικονομικού Αξιωματικού Ε.Ν.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περίπλους της Ναυτικής Ιστορίας»,
τ. 48, σελ. 27, ΙΟΥΛ.-ΣΕΠ. 2004, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

…συνέχεια από το Α΄ΜΕΡΟΣ




Η επιστροφή των ναυαγών στην
πατρίδα. Εφημερίδα ΑΘΗΝΑΪΚΗ
27.12.63. Αρχείο Ηλία Μεταξά.

Ύστερα έλαβε χώρα ένα θλιβερό επεισόδιο που είχε κάνει αρκετό θόρυβο τότε. Είδα τον Α΄ Μηχανικό Ιωάννη ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΔΗ να στέκεται στο καφάσι, στο άκρο της κατεβασμένης πλαϊνής σκάλας (αυτήν που δεν είχαν διπλώσει και βιράρει κατά το γυμνάσιο) μαζί με τον Ναύκληρο ή τον Υποναύκληρο και να κραυγάζει και να βρίζει. Πήγαμε κοντά να δούμε τι είχε γίνει. Ο Α΄ Μηχανικός ωρύετο: «Παλιάνθρωποι, άτιμοι. Πού μας αφήνετε να καούμε ; Γυρίστε πίσω». Ευτυχώς εκείνη την ώρα είχε πέσει η φουσκοθαλασσιά.

 Τι είχε συμβεί; Ο Α΄ Μηχανικός μας εξήγησε ότι είχε κρατήσει αυτή την τελευταία μηχανοκίνητη λέμβοSTAND-BY για να βάλει μέσα τους Αξιωματικούς και το Πλήρωμα της Μηχανής που είχαν παραμείνει κάτω στο Μηχανοστάσιο καθ` όλη την διάρκεια του συναγερμού και με αυταπάρνηση και ηρωισμό κατάφεραν να σβήσουν την πιο επικίνδυνη φωτιά. Χάρη στις δικές τους προσπάθειες διετηρήθησαν αναμμένα τα φώτα του βαποριού και έτσι διευκόλυναν πολύ το έργο των Αγημάτων Πυρκαϊάς και της Εγκαταλείψεως. Είναι βέβαιο πως αν είχαν εγκαταλείψει τη θέση τους και έσβυναν τα φώτα θα είχαμε  πολύ περισσότερα θύματα.

Σε αυτή την τελευταία βάρκα ο Α΄ Μηχανικός ήθελε να βάλει και 4 συζύγους και 2 παιδάκια Μηχανικών, που συνταξίδευαν λόγω των Χριστουγέννων.

Ήταν μία τραγική σκηνή, η βάρκα που θα μπορούσε να σώσει 80 ανθρώπους, έφυγε μόνον με 7. Ο Α΄ Μηχανικός τους είχε δει καλά και μας είπε ότι ήσαν ο Προϊστάμενος Ασυρματιστής Καλογρίδης, ο Υποπλοίαρχος Πατεράκης, ο Ανθυποπλοίαρχος Μπίχτας, μια Βρετανίς Νοσοκόμα του Πληρώματος και άλλους τρεις εκ του Πληρώματος, δεν είπε ποιούς ακριβώς. Προφανώς ήσαν οι Ναύτες οι διαιρεμένοι για την καθαίρεση της Λέμβου και την μετέπειτα πλεύση της. Όταν έφθασαν σε κάποιο από τα πλοία που είχαν προστρέξει σε βοήθεια μας και είδαν άδεια την Λέμβο εδημιουργήθη μεγάλο θέμα το οποίον έλαβε διαστάσεις. Οι ξένοι άδραξαν την αφορμή διά να βυσοδομούν εναντίον μας. Δεν έμαθα ποτέ τι ποινή τους επέβαλε το δικαστήριο της Σύρου διά την συγκεκριμένη πράξη τους.

Στεκόμουν άλαλος και έβλεπα τη βάρκα να απομακρύνεται σιγά-σιγά από την κόλαση του φλεγομένου πλοίου, το οποίο δημιουργούσε ένα φωτεινό κύκλο μέσα στο σκοτεινό Ατλαντικό. Όσο η τελευταία αυτή βάρκα έβγαινε από το φωτεινό κύκλο και έσβηνε ο ρυθμικός ήχος της μηχανής της, έσβηναν και οι ελπίδες μας.

Τελικά απομείναμε πάνω στο πλοίο γύρω στα 200-300 άτομα χωρίς βάρκα. Ποτέ δεν μάθαμε πόσοι ακριβώς. Περιμέναμε να έλθουν άλλα πλοία προς διάσωση. Το ηθικό μας ήταν καλό.

Ένα Καμαρωτάκι, Έλληνας από την Αίγυπτο, εμψύχωνε τον κόσμο παίζοντας πιάνο, φορούσε κάλτσες χούλα-χούπ και έλεγε χαριτωμένα : «Τώρα θα χορέψουμε μπαλέτο». Ο Θαλαμηπόλος Π. Αβτζόγλου σήκωσε μιαν ηλικιωμένη κυρία και εχόρεψαν ένα βαλσάκι. Δυστυχώς και αυτός αργότερα ξεψύχησε στα παγωμένα νερά.

Τότε σκέφθηκα ότι θα ήταν καλό να κάνουμε έναν έλεγχο σε όσες καμπίνες μπορούσαμε ακόμη να έχουμε πρόσβαση, μήπως υπήρχαν κάποιοι εγκλωβισμένοι, τραυματίες, ανήμποροι γενικώς, και να τους τραβήξουμε επάνω.




Βεβαίωση απολύσεως του
Ηλία Μεταξά λόγω ναυαγίου
του σκάφους. Αρχείο Ηλία Μεταξά.

Πήρα ένα-δύο άλλους από το πλήρωμα  και ψάξαμε αλλά δεν βρήκαμε κανένα. Κοίταζα μήπως βρω κανένα σωσίβιο παρατημένο, γιατί ένα που είχα βρει το είχα πετάξει στους δυστυχισμένους όταν αναποδογύρισε η πρώτη βάρκα. Τελικώς δεν βρήκα. Μετά χωρίς συναίσθηση του κινδύνου κατέβηκα στο κατώτερο DECK όπου ήταν η καμπίνα μου για να σώσω την μοναδική μου περιουσία, τα ρούχα μου. Τα παράχωσα βιαστικά σε μια μεγάλη παλιοβαλίτσα που είχα, άρπαξα και το αδιάβροχο μου, που δεν χώραγε, στο άλλο χέρι και άρχισα την δύσκολη άνοδο προς τα ανοικτά καταστρώματα. Εκεί κάτω φωτιά και καπνό δεν είχε, υπήρχαν όμως πολλά νερά στους διαδρόμους από τις μάνικες κατά την προσπάθεια της πυρόσβεσης. Το πλοίο είχε πάρει αρκετή κλίση από τον καιρό, αλλά και από το τεράστιο βάρος των συσσωρευμένων νερών. Περπατούσα με δυσκολία, σκόνταψα και έπεσα μερικές φορές. Ευτυχώς υπήρχαν φώτα και τελικώς ανέβηκα επάνω.

Μετά βαλθήκαμε με μερικούς άλλους να μαζεύουμε από καμπίνες κουβέρτες για τους λίγους τυχερούς που τους είχαμε ψαρέψει από τις αναποδογυρισμένες σωσίβιες λέμβους και που κινδύνευαν να πάθουν πνευμονία ή κρυοπαγήματα. Βρήκα επίσης και πήρα μαζί μου μερικές κούτες τσιγάρα και τα έδωσα στους συναδέλφους επάνω για να καπνίσουν και να ηρεμήσουν. Εγώ ποτέ δεν ήμουν καπνιστής.

Σε ένα τραπεζάκι ενός άδειου σαλονιού βρήκα μια παρατημένη φωτογραφική μηχανή. Άρχισα να τραβώ φωτογραφίες διαφόρων επιβατών και πληρώματος μπροστά στην φωτιά που είχε φουντώσει και έφθανε ψηλότερα και από τις υπερκατασκευές του πλοίου. Είχα ένα κακό προαίσθημα ότι οι  Βρετανοί θα κακοποιούσαν την αλήθεια, όπερ και εγένετο. Με τις πόζες αυτές θα απεδείκνυα ότι οι Έλληνες θαλασσινοί, πιστοί στις ναυτικές παραδόσεις και ικανότητές τους  χιλιάδες χρόνια, κάνανε ξανά το καθήκον τους. Δεν εγκαταλείψαμε κανέναν, ούτε έγινε πανικός. Μοναδική θλιβερή εξαίρεση η βάρκα των 7 φυγάδων.

Φυσικά σε τέτοιες καταστάσεις δεν μπορεί κανείς να απαιτήσει να πάνε όλα ρολόι όπως προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί και τα Οργανογράμματα. Μερικοί Αξιωματικοί είχαν μαζί τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να κάνουν Χριστούγεννα παρέα. Ούτε καν σκέφθηκαν να μπούνε σε βάρκα και να το σκάσουν, κολύμπησαν στον παγωμένο Ατλαντικό. Ο αδικοχαμένος Ψυκτικός Μηχανικός Αλ. ΓΙΑΛΙΤΑΚΗΣ, προτού ξεψυχήσει στο νερό εμπιστεύθηκε το διετές αγοράκι του στον Προϊστάμενο Ηλεκτρολόγο Δημ. ΝΙΚΟΛΑΡΑΚΟ που ήταν πρώην Μόνιμος Υπαξιωματικός του Β.Ν. Μόλις είχε αποστρατευθεί και μπαρκάρει στο Εμπορικό Ναυτικό.  Η γυναίκα του ΓΙΑΛΙΤΑΚΗ είχε παρασυρθεί από τα κύματα και κολυμπούσε κάπου μακριά. Ο ΝΙΚΟΛΑΡΑΚΟΣ μου είπε μετά 5-6 ημέρες στα γραφεία των δικηγόρων στον Πειραιά, ότι είχε βάλει όλα τα χρήματά του μέσα στις τσέπες του, ένα μάτσο Στερλίνες. Όπως κολυμπούσε με το  ένα χέρι και με το άλλο βάσταγε το αγοράκι, το παντελόνι   ‘ήπιε’ νερό, βάρυνε και γλύστρησε προς τον βυθό με μία μικρή περιουσία. Ο ίδιος εξυπακούεται ότι έσωσε το αγοράκι, του οποίου επίσης σώθηκε και η μητέρα.

Από τους άλλους Αξιωματικούς ο Α΄ Μηχανικός ΣΕΡΑΦΕΙΜΙΔΗΣ είχε μαζί τη γυναίκα του, Ο Α/Β΄ Μηχανικός Δ. ΚΥΡΙΑΖΑΝΟΣ είχε επίσης τη Γερμανίδα σύζυγό του.  Ο Β΄ Μηχανικός Σωκράτης ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ είχε την σύζυγό του  και το κοριτσάκι τους Αλεξάνδρα 6 ετών. Ευτυχώς όλοι σώθηκαν. Υπάρχει και φωτογραφία τους στις εφημερίδες της εποχής.




«Ο μικρός Γιαλιτάκης βρέθηκε μόνος του
στο πλοίο όταν ο πατέρας του χάθηκε.
Ένας Έλληνας ναυτικός τον  πήρε στην
αγκαλιά του και κολυμπούσε ώρες μαζί
του μέχρι να φθάσει στο πλοίο βοηθείας»
Εφημερίδα ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ 27.12.1963.
Αρχείο Ηλία Μεταξά.

Είδα τον Ύπαρχο να κάθεται στο πεζουλάκι της πισίνας κουκουλωμένος με μια κουβέρτα, μούσκεμα από τις μάνικες, σε άθλια κατάσταση. Έβγαζε αίμα από τη μύτη του και έβηχε άσχημα. Είχε πάθει μεγάλη ζημιά σαν επικεφαλής των Αγημάτων Πυρκαϊάς. Από ό,τι πληροφορήθηκα πολλούς μήνες μετά στην Ελλάδα, η υγεία του είχε υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη.

Ο Α΄ Μηχανικός με διέταξε να πετάω στην θάλασσα τις ξύλινες σεζ-λονγκ, τάχα για να μη βρει υλικό η φωτιά και αναπτυχθεί περισσότερο. Εγώ φυσικά υπάκουσα, αλλά μετά από λίγο κατάλαβα το μάταιο, γιατί το καράβι ήταν παμπάλαιο, με πάρα πολλή ξυλεία και γενικώς εύφλεκτα υλικά. Δεν είχε καταιωνιστήρες (SPRINKLERS), ούτε πόρτες πυρασφαλείας.

Είχαμε καταφύγει στο ρεμέτζο του πρυμαίου καταστρώματος και τότε φάνηκαν πολύ μακρυά στα 5 μίλια περίπου, τα πρώτα φώτα των πλοίων που ερχόντουσαν σε βοήθειά μας. Ο Α΄ Ραδιοτηλεγραφητής Δημήτριος ΖΕΓΚΙΝΗΣ τους έκανε σήματα ΜORS με έναν φακό. Αλλά επειδή δεν μας έβλεπαν και δεν απαντούσαν, σε συνεννόηση με τον Ηλεκτρολόγο συνδέσανε όλα τα φώτα του πρυμναίου καταστρώματος και τα αναβόσβηνε ο ΖΕΓΚΙΝΗΣ  κάνοντας Μόρς. Αλλά  και  πάλι δεν απαντούσαν. Ρώτησα τον Πλοίαρχο Ματθαίο ΖΑΡΜΠΗ :

«Γιατί δεν απαντούν κ. Πλοίαρχε ; «. Αυτός με μία χαρακτηριστική έκφραση και χειρονομία απορίας και αμηχανίας μου είπε: «Ξέρω εγώ παιδί μου; Τί με ρωτάς;».

 Ο Β΄ Μηχανικός Π. Β. μας έλεγε με πολύ ήρεμο ύφος, αλλά φανερά στενοχωρημένος : «Πρέπει να πάω στην καμπίνα να πάρω το δακτυλίδι που μου χάρισε η αρραβωνιαστικιά μου». Εγώ προσπαθούσα να τον λογικέψω και του έλεγα : «Είσαι στα καλά σου, οι καμπίνες των Αξιωματικών είναι καμίνι, που θα πας ;». Τελικώς μαζί με τους άλλους τον καταφέραμε να μείνει μαζί μας.

Κάποιος μας είπε ότι υπάρχει ακόμη μία βάρκα διαθέσιμη. Ήταν η διπλή (η μία πάνω από την άλλη) πλώρα δεξιά πάνω από την Γέφυρα που δεν είχαν καταφέρει να την κατεβάσουν. Διατρέξαμε όλο το PROMENADE DECKδίπλα από τα φλεγόμενα σαλόνια. Η πολύ ψηλή θερμοκρασία έκανε τις τζαμαρίες να σπάνε και κομματάκια γυαλιά να εκσφενδονίζονται μακριά. Έτρεξα στα τυφλά κρύβοντας το πρόσωπό μου με τις παλάμες για να μην καώ ή κοπώ από τα θραύσματα. Με 2-3 άλλους, δεν θυμάμαι ονόματα, προσπαθήσαμε να σκαρφαλώσουμε για να φθάσουμε στην «ξεχασμένη» βάρκα, αλλά στάθηκε αδύνατο. Ξαναγυρίσαμε στο χαμηλότερο κατάστρωμα κατάπρυμα, στο ρεμέτζο με τους κάβους και περιμέναμε να έρθουν τα πλοία της βοηθείας. Τότε ήλθε μία γηραιά κυρία και μου είπε ότι η μηχανή που φωτογράφιζα ήταν δική της και την είχε κάπου χάσει. Της την επέστρεψα φυσικά, ανταλλάξαμε διευθύνσεις και την παρεκάλεσα όταν εμφανίσει το φίλμ να μου ταχυδρομήσει αντίγραφα των φωτογραφιών μας. Όμως ουδέποτε έλαβα κάτι, προφανώς η κυρία χάθηκε.

Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν άρχισαν οι εκρήξεις από τα έγκατα του πλοίου. Τότε πολλοί άρχισαν να πηδούν στην θάλασσα. Εκεί έγινε το μεγάλο δράμα. Τα σωσίβια ήταν παλαιού τύπου από φελλό, σκληρά σαν ξύλα. Θα προσπαθήσω να τα περιγράψω. Έμοιαζαν με τις παλάσκες του Βρετανικού και Ελληνικού Στρατού, οι οποίες ήσαν μακρόστενες για να χωρούν τις γεμιστήρες του οπλοπολυβόλου τύπου «ΒREN». Ήταν λοιπόν πολύ εύκολο να φθάσουν  υψηλά μέχρι τον λαιμό και το σαγόνι και να τα σπάσουν.

Πολλοί πηδούσαν από ψηλά όμως επειδή δεν τα είχαν δέσει σφιχτά με την πρόσκρουση στο νερό τους χτύπαγαν στα  σαγόνια και τους έσπαγαν τους σβέρκους. Αργότερα όταν με περισυνέλεξε το Αγγλικό Φορτηγό «MONTCALM» βάλανε πολλά πτώματα επάνω στα κλεισμένα αμπάρια τους προς αναγνώριση. Εκεί θυμάμαι ότι είδα τουλάχιστον έναν νεκρό του οποίου τα δόντια της κάτω σιαγώνος τον είχαν τρυπήσει και βγει από τα ζυγωματικά οστά. Άλλη μία τέτοια περίπτωση πτώματος μου είχε αναφέρει η τηλεφωνήτρια μας με την οποίαν συνυπηρετούσαμε ξανά μετά από 3 χρόνια στο Υ/Κ «AUSTRALIS», δεν θυμάμαι το όνομά της.

 Η τραγωδία κορυφώθηκε όταν αρκετοί πέταγαν στο νερό σανίδες, πόρτες και ξύλινες πολυθρόνες ώστε να τις χρησιμοποιήσουν μετά κολυμπώντας. Μερικοί δυστυχισμένοι που ήδη κολυμπούσαν έφαγαν στο κεφάλι τα αντικείμενα τα οποία πετούσαν  οι άλλοι από πάνω και πήγαν σαν μολύβι στον βυθό.

Αποφάσισα ότι δεν μπορούσα να περιμένω άλλο και ότι έπρεπε να εγκαταλείψω το πλοίο. Σωσίβιο δεν είχα, ούτε είχα βρει κάποιο εφεδρικό από τα κιβώτια που τα βάζαμε γιατί τα πετάξαμε όλα στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε εκείνους  που είχαν βρεθεί στον ωκεανό μετά την  ανατροπή των δύο Λέμβων. Εν πάσει περιπτώσει βρήκα πάνω σε κάτι κουλουριασμένους κάβους ένα σωσίβιο και δίπλα ένα σακκάκι. Προφανώς ανήκε (το σωσίβιο) σε κάποιον Γερμανό του Πληρώματος ο οποίος κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να κολυμπήσει με το σακκάκι του. Συμπέρανα λοιπόν ότι έβγαλε το σακκάκι του και θα φορούσε μετά το σωσίβιο σκέτο. Για κάποιο λόγο δεν ήταν εκεί κοντά, ίσως είχε πάει να βρει κάποιο μαδέρι ώστε να πέσει στην θάλασσα πιο ασφαλής. Εγώ δεν είχα τίποτε και προ του κινδύνου να πνιγώ, δε δίστασα, το άρπαξα και το φόρεσα.

Συμφώνησα να εγκαταλείψω το καράβι με τον Αρχιλογιστή μου αείμνηστο πλέον Antonio BOGHETTI, Ιταλό με  Ελληνίδα  μητέρα από  την Ρόδο. Αυτός φοβόταν να πέσει μόνος του γιατί  ήταν καρδιοπαθής. Του είπα : «Περίμενε να βρω μια σανίδα και έρχομαι». Έψαξα για κάτι ξύλινο, δεν βρήκα, γύρισα πίσω και ο προϊστάμενος μου είχε φύγει μόνος του. Τον ξαναείδα μετά από 3,5 χρόνια στην ANCONA. Δεν είχε ξαναμπαρκάρει ποτέ, είχε γίνει ένας επιτυχημένος ναυτικός πράκτωρ.

Έδεσα μίαν ανεμόσκαλα στην κουπαστή, καβάλησα τα κάγκελα, έκανα τον σταυρό μου  και κατέβηκα προσεκτικά στο νερό. Έβαλα το ένα πόδι μου μέσα και δοκίμασα την θερμοκρασία. Είπα στον εαυτό μου σαρκαστικά: «Το θερμοσίφωνο χάλασε». Ποτέ δεν προσδιόρισα τι ώρα εγκατέλειψα το πλοίο, ίσως ήταν 2 ή 3 το ξημέρωμα. Άρχισα να κολυμπώ όσο μπορούσα γρηγορώτερα παρά το εμπόδιο του σωσιβίου. Έπρεπε να απομακρυνθώ γιατί φοβόμουν ότι μετά τις εκρήξεις πάνω στο πλοίο, ενδεχομένως  να  χυνόταν το  καιόμενο πετρέλαιο στην θάλασσα και να καιγόμαστε όπως  είχε συμβεί  και στο Δ/Ξ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ  ΑΡΜΟΝΙΑ» στα στενά του Βοσπόρου το 1960, και κάηκε όλο το Πλήρωμα που κολυμπούσε.

Γύρω από το πλοίο υπήρχε συνωστισμός ναυαγών. Ευτυχώς η φουσκοθαλασσιά είχε πέσει και τα φώτα του πλοίου άναβαν ακόμη. Επί πλέον η φωτιά φώτιζε σε αρκετή ακτίνα το σκοτεινό πέλαγος. Μερικά μέτρα πιο πέρα βρήκα μίαν αναποδογυρισμένη βάρκα και 20 περίπου άτομα πιασμένα από το σχοινάκι με τις λαβές γύρω της. Πιάστηκα και εγώ.


Επιζήσαντες Έλληνες επιβάτες επιστρέφουν στην πατρίδα.
Εφημερίδα: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 15.2.1998. Αρχείο Ηλία Μεταξά.

Παρά την απειρία και την ασχετοσύνη μου είχα μεγάλο θάρρος και ψυχραιμία, δεν καταλάβαινα  πως και γιατί. Με φύλαγε ο Άγιος Νικόλαος. Με προσοχή ανέλαβα πρωτοβουλία και άρχισα να κάνω χρήση του ψευτοβαθμού μου. Διέταξα να κολυμπάμε όλοι μαζί ρυμουλκώντας την βάρκα όσο γίνεται μακρύτερα από το φλεγόμενο «ΛΑΚΩΝΙΑ». Φοβόμουν επίσης μήπως μας παρασύρει η δίνη μαζί του στον βυθό. Άκουγα μέσα στο σκοτάδι φωνές σε διάφορες γλώσσες «Βοήθεια», «Ηelp», «Αiuto»  κ.τ.λ. Άκουγα λαϊκά τραγούδια που τραγουδούσαν για να πάρουν κουράγιο. Κάποιος Μηχανικός, όπως μου  είπε ημέρες αργότερα στην Ελλάδα, τραγουδούσε την «ΜΑΝΤΟΥΜΠΑΛΑ», επιτυχία  της  εποχής.

Ένας άλλος, ο προαναφερθείς Π. Β., πιασμένος από μία ξύλινη σέζ-λόνγκ κτυπούσε τα πόδια του και απομακρύνθηκε κάπου 200-300 μέτρα από το φλεγόμενο πλοίο. Μετά συνειδητοποίησε ότι δεν εγνώριζε να κολυμπά και ξαναγύρισε πανικόβλητος στο καράβι. Ακόμη έως σήμερα δεν έχει μάθει να κολυμπάει όπως μου αποκάλυψε αργότερα στην Ελλάδα.

Κρατιόμαστε συγκεντρωμένοι γιατί έτσι παίρναμε κουράγιο. Κάπου - κάπου καβάλαγα την τρόπιδα (καρίνα) της βάρκας για να ξεκουράζομαι, αλλά ξαναέμπαινα γρήγορα στο νερό που ήταν πιο ζεστό, γιατί έξω πάγωνα στον άνεμο. Κατά την διάρκεια της νυκτός κάποιοι έρχονταν και πιάνονταν από τη βάρκα μας, άλλοι την εγκατέλειπαν, άλλοι πνίγονταν. Κάναμε προσπάθειες να την αναποδογυρίσουμε και να την φέρουμε στα ίσια της για να μπούμε μέσα και να φυλαχθούμε από τους καρχαρίες, αλλά εις μάττην.

Το πρώτο πλοίο που άκουσε το S.O.S. ήταν το βρετανικό φορτηγό «MONTCALM» 5,000 τόνων υπό τον ΠλοίαρχοKEMPTON. Κατέβαινε από το QUEBEC με προορισμό τηCASABLANCA.

Έφθασε στον τόπο της τραγωδίας 02:42 ξημερώματα της 23-12-1963. Έφθαναν  βεβαίως και άλλα καράβια συνεχώς. Το αργεντινό Υ/Κ «SALTA». Το αμερικανικό «RIO GRANDE», το βρετανικό «STRΑDENTEN». Έμεναν μακρυά και δεν επλησίαζαν να μας μαζέψουν. Οι 7 που το είχαν σκάσει τους προειδοποιήσαν ότι κολυμπούσαν εκατοντάδες και υπήρχε κίνδυνος να μας κτυπήσουν. Περιμένοντας να φωτίσει εχάθησαν πολλές ώρες και ζωές.

Εν τω μεταξύ είχε σαλπάρει από το GIBRALTAR το Βρετανικό Αεροπλανοφόρο « CENTAUR». Είχαν ήδη φθάσει από πάνω μας Αμερικανικά αεροσκάφη τύπου HC-54D (κάτι σαν DAKOTA). Ανήκαν στην 57th AIR RESCUESQUADRON με βάση τις Αζόρες. Μας έριχναν κάτι φωτιστικά, τα οποία όπως μας είπαν αργότερα δεν εχρησίμευαν μόνον δια να φωτίζουν μεγάλη επιφάνεια, αλλά περιείχαν ταυτοχρόνως και ειδικά χημικά τα οποία με την καύση τους, απεμάκρυναν τους καρχαρίες. Αυτή ήταν μια μέθοδος που είχε επιτυχία στον τελευταίο Πόλεμο του Ειρηνικού και είχε σώσει αρκετούς Αμερικανούς Αεροπόρους που έπεφταν στην θάλασσα. Σύντομα έφθασαν και τα αναγνωριστικά μακράς ακτίνας τύπου SHAKLETON. Ανήκαν στο COASTAL COMMANDτης R.A.F.

 Όταν επί τέλους ξημέρωσε είχαμε μείνει λιγότεροι ναυαγοί πιασμένοι στην βάρκα. Όλο το βράδυ υποβάσταζα και έδινα κουράγιο στον Β΄ Αρχιθαλαμηπόλο Γεώργιο ΖΟΥΜΠΟΥΛΗ. Ήταν ο επί κεφαλής Υπαξιωματικός στα Bars του πλοίου. Ήταν ο καλύτερος τότε BARMAN της Επιβατηγού Ναυτιλίας, δυστυχώς όμως ήταν καρδιακός και δεν είχε ούτε σωσίβιο. Σε μία στιγμή ένας Έλληνας Γ΄ Μάγειρος έχασε τις δυνάμεις του και αφέθηκε να παρασυρθεί από το κύμα λίγο παρακάτω. Είπα σε δύο Γερμανούς Θαλαμηπόλους να  πάνε να τον φέρουν πίσω.

Εγώ δεν αποτολμούσα να απομακρυνθώ από την υποτιθέμενη σιγουριά της ομάδος μας, που ήταν γύρω από την ανατραπείσα Σωσίβια Λέμβο. Σαν γνήσιος Ρωμιός έκανα οπισθόβουλες σκέψεις ότι ένας καρχαρίας επιτίθεται πιο εύκολα σε έναν  μεμονωμένο κολυμβητή - στόχο, παρά σε πολλούς μαζί.

Πράγματι τον έφεραν κοντά μας και τον άρχισα στα χαστούκια και στις μαλάξεις για να τον συνεφέρω. Όταν συνήλθε και μπόρεσα να κοιτάξω τριγύρω, δεν είδα τον Ζουμπούλη. Άρχισα να φωνάζω το όνομα του. Καμμία απάντηση, όλοι ήσαν γαντζωμένοι αμίλητοι, κάτασπροι περιμένοντας και το δικό τους τέλος. Κολύμπησα γύρω-γύρω προς την άλλη πλευρά της βάρκας, ήταν μεγάλη 5-6 μέτρα, και τον είδα παρασυρμένο περίπου 20 μέτρα μπρούμυτα τουμπανιασμένο να σκαμπανεβάζει ελαφρά στο κύμα. Αυτά όμως τα λίγα μέτρα εκείνες τις στιγμές που μας τριγύριζε ο θάνατος φαίνονταν σαν μίλια.

Με το πρώτο φως της ημέρας τα προστρέξαντα πλοία είχαν καθαιρέσει τις μηχανοκίνητες λέμβους τους και άρχισαν να «ψαρεύουν» επιζώντες και πνιγμένους. Το Βελγικό «CHARLEVILLE» περισυνέλεξε τον Πλοίαρχο Μ. ΖΑΡΜΠΗ και αρκετούς επιβάτες, όμως 6 από αυτούς πέθαναν από τις κακουχίες επί του πλοίου λίγο αργότερα και τους πέταξαν στην θάλασσα.

Οι φλόγες είχαν καταλαγιάσει, αλλά το «ΛΑΚΩΝΙΑ» ακόμα έβγαζε καπνούς. Το Πακιστανικό Φορτηγό «MEHDI» έπεσε δίπλα του και παρέλαβε αρκετούς που δεν είχαν το κουράγιο να το εγκαταλείψουν. Έφθασαν το Αμερικανικό «EXPORTER» και το Γαλλικό «BARACA». Στις 6 το πρωί είχε αναλάβει την πρωτοβουλία το ATLANTIC AIR  RESCUE  CENTRE της Αμερικανικής Αεροπορίας στοRAMSTEIN της Γερμανίας. Ήταν μια κολοσσιαία επιχείρηση, η μεγαλύτερη σε καιρό ειρήνης. Εκτός από ταHC-54D  από τη βάση LAJES ήλθαν και άλλα παρομοίου τύπου της 58th AIR RESCUE SQUADRON, η οποία είχε μόνιμη βάση στην Λιβύη (τότε εβασίλευε ο INDRIS). Αυτά τα αεροσκάφη μεταστάθμευσαν στον NAVAL AIRSTATION που ευρίσκετο στη ROTA της Ισπανίας. Από την ίδια Βάση πέταγαν τα βομβαρδιστικά – περιπολικά τύπουSP-2H NEPTUNE του Αμερικανικού Ναυτικού.

Η δική μου ομάδα πλησίαζε «ρυμουλκώντας» την ανατραπείσα λέμβο προς το Φ/Γ «MONTCALM», είμαστε τόσο κοντά που βλέπαμε τη Βρετανική σημαία του. Σημειωτέον ότι ήταν το μόνο πλοίο που είχε κατάλληλο εξοπλισμό ραδιοσυνεννοήσεως και μπορούσε να μιλάει με τα αεροπλάνα και να  συντονίζει.

Όταν ακούγαμε τον ήχο μιας μηχανής να μας πλησιάζει πανηγυρίζαμε, όταν απομακρυνόταν απελπιζόμασταν και βρίζαμε την σημαία τους. Αυτοί μας είχαν εντοπίσει αλλά εμείς δεν το ξέραμε, απλώς μάζευαν κάποιους άλλους οι οποίοι τύχαινε να κολυμπάνε πλησιέστερα στα καράβια τους. Είχα αρχίσει να κουράζομαι πάρα πολύ, οι αγκώνες και τα γόνατά μου είχαν κοκκαλώσει και δεν μπορούσα να κινηθώ κανονικά. Ήταν θέμα  λεπτών να αφεθώ στο μοιραίο. Μετά από λίγο ευτυχώς μας είδαν και μας μάζεψαν. Δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω στην βάρκα λόγω εξαντλήσεως.

Θυμάμαι ένα τεράστιο Βρετανό  Ναύτη με γένεια και ένα μεγάλο μαχαίρι με θήκη στην ζώνη του να με σηκώνει σαν κουκλάκι από τον ώμο και από το σώβρακο και να με πετάει μέσα στην βάρκα. Το παντελόνι της στολής είχε γλυστρίσει στο νερό από πριν. Το σώβρακο σχίσθηκε και εγώ καμάρωνα στον Ατλαντικό έχοντας μόνον την αξιοπρέπεια του μπουφάν του BATTLEDRESS με τα σκουριασμένα επώμια μου από την μέση και πάνω. Ποτέ δεν έμαθα τι ώρα σώθηκα. Ο ουρανός είχε λευκά σύννεφα και δεν μπορούσα να προσδιορίσω την θέση του ηλίου, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ίσως ήταν 10.00 ή 11.00 π.μ.

Η βενζινάκατος ανήκε στο «MONTCALM» και είχε μέσα καμμιά 20ριά διασωθέντες. Έτρεμα από το κρύο και την ταραχή. Με ξαπλώσανε στον πάγκο και ακούμπησα το κεφάλι μου σαν σε μαξιλάρι στο πτώμα ενός επιβάτη  που ήταν ριγμένο μπρούμυτα στον πάγκο. Το πτώμα του μακαρίτη Ζουμπούλη παρά τις φωνές μου το άφησαν στον Ατλαντικό. Όταν φθάσαμε δίπλα στο Φορτηγό τους, με όσο  κουράγιο μου είχε απομείνει βγήκα από την βάρκα και πάτησα στην κουβέρτα του. Με οδήγησαν σε ένα λουτρό, πέταξα το μουσκεμένο μπουφάν και το φανελάκι μου. Σε αυτό είχα περασμένο  με παραμάνα ένα παμπάλαιο οικογενειακό φυλαχτό που μου είχε δώσει η μητέρα μου, το οποίο περιείχε κομματάκι Τιμίου Ξύλου. Έτσι το Φυλακτό χάθηκε, εγώ όμως  πιστεύω ότι αυτό με έσωσε. Με βάλανε να κάνω ένα ζεστό ντους, μου έδωσαν κάποια ρούχα να φορέσω και να ξαπλώσω σε μία κουκέτα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμα το μέγεθος της συμφοράς. Όταν έφεραν στο «MONTCALM» 15 πτώματα έβαλα τα κλάματα. Τελικώς αυτό το καράβι περισυνέλεξε 86 επιβάτες και 77 πλήρωμα.  Οι Βρετανοί μας περιέθαλψαν σχετικώς  καλά. Εμένα με επέπληξε αυστηρά κάποιος, προφανώς  ο Steward , δεν φορούσε στολή, διότι ετόλμησα και πήρα από το «συσσίτιο» δύο σούπες και δύο σάντουιτς προσποιούμενος ότι θα  δώσω την δεύτερη μερίδα σε κάποιον άλλο ναυαγό.

 Οι επιβάτες του Υ/Κ «SALTA» και ενός Αγγλικού Υ/Κ με κίτρινη τσιμινιέρα είχαν μαζέψει ρούχα και μας τα είχαν στείλει δια να ντυθούμε. Επίσης υπερίπταντο Αμερικανικά «DAKOTA» από τις Αζόρες και βοηθούσαν στην αναζήτηση. Είχαν προβεί σε ρίψεις πορτοκαλί πλαστικών μπόγων, οι οποίοι περιείχαν μεταχειρισμένες στρατιωτικές κουβέρτες δια να ζεσταθούμε. Επίσης έριχναν και φουσκωτές σχεδίες.




Ο ναύτης Πέτρος Μαντικός,
ανάμεσα στους διασωθέντες.
Ευχαριστούμε πολύ τον υιό του,
Βασίλη Μαντικό, για την
φωτογραφία του πατέρα του
που μας έστειλε στο Περί Αλός.

 Το πλήρωμα του «ΜONTCALM» άπλωσαν τα πτώματα πάνω στο κλειστό αμπάρι και ήθελαν να κάνουν αναγνώριση. Προσφέρθηκε ένας Έλληνας Β΄ Αρχιθαλαμηπόλος, φυγόστρατος, μόνιμος κάτοικος Γερμανίας, ονόματι Μάϊκ.  Δεν θυμάμαι άλλα στοιχεία του, ήταν ο κλασσικός  τύπος του Μπιτσικόμη.  Ανέβηκα και εγώ πάνω στο αμπάρι τύπουMacGregor για να βοηθήσω, αλλά ένας άλλος γενειοφόρος Ναύτης με δύο σπρωξιές με πέταξε κάτω προς την κουβέρτα φωνάζοντας «Go – Go». Μετά μας κλείδωσαν μέσα στο Accommodation. Από την πρυμνιά πόρτα του «αλουέ» (διαδρόμου) και μέσα από το φινιστρινάκι της βλέπαμε τους Άγγλους να ψάχνουν τους νεκρούς.  Παραμείναμε σχεδόν όλη την ημέρα στο τόπο του ναυαγίου  με την ελπίδα  ανευρέσεως και άλλων προσώπων ζώντων ή νεκρών. 

Το άλλο βράδυ 10:00 μ.μ. παραμονή Χριστουγέννων, καταπλεύσαμε στην CASABLANCA όπου μας υπεδέχθηκαν με πολλή θέρμη. Μόλις πατήσαμε στην αποβάθρα μας περικύκλωσε κόσμος, δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερς, τηλεοράσεις κλπ. Μας ρωτούσαν με έντονο ενδιαφέρον αν είχαμε φωτογραφίες και μάλιστα πρότειναν και αμοιβή. Υπενθυμίζω ότι είχα επιστρέψει την κάμερα στην γριούλα. Μας ανεκοίνωσαν ότι είμαστε φιλοξενούμενοι του Σουλτάνου του Μαρόκου Χασάν Β΄. Σημειωτέον ότι αυτός είχε υπηρετήσει ως Έφεδρος Υποπλοίαρχος του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Καταλύσαμε στο ξενοδοχείο πολυτελείας «TRANSATLANTIQUE». Προτού κοιμηθούμε μας επισκέφθηκε  γιατρός και μας ερώτησε εάν χρειαζόμαστε ιατρική φροντίδα. Το πρωί ανήμερα των Χριστουγέννων, ήλθαν και μας πήραν στην Ορθόδοξη εκκλησία οι Έλληνες αδελφοί  της εκεί ευημερούσης Παροικίας. Οι πιο πολλοί από εμάς αποποιήθηκαν ευγενικά τις προσκλήσεις γιατί ντρεπόντουσαν να εμφανισθούν με τέτοια χάλια.

 Εγώ πάντως πήγα με ένα μπουρνούζι και κάτι παντόφλες. Όπως στεκόμασταν στην τελευταία σειρά του εκκλησιάσματος, από συστολή, ταλαιπωρημένοι, αναμαλλιάρηδες με γένεια, μαυρισμένοι από τον Αφρικανικό ήλιο, κυριολεκτικά ναυάγια, μου ήλθαν στο μυαλό οι περιγραφές των βιβλίων που πήγε ο μπουρλοτιέρης Κωνσταντίνος Κανάρης με τα παλληκάρια του να προσευχηθεί μετά την ανατίναξη της «ΚΑΠΟΥΔΑΝΑΣ» στην Χίο το Πάσχα του 1822.

Μετά οι θαυμάσιοι εκείνοι Έλληνες μας πήραν σχεδόν με το ζόρι στην Μερσεντές τους και μας πήγαν σπίτι τους να παρακαθήσουμε στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ήσαν από κάποιο ναυτικό μέρος της Ελλάδας, δεν θυμάμαι ποιό, και είχαν χαμένους συγγενείς τους από ναυάγιο στον πόλεμο. 

Ήθελαν να μας κρατήσουν και για το βραδυνό. Εγώ και ο άλλος συνάδελφος, δεν τον θυμάμαι, επιμέναμε να φύγουμε. Μας έκαναν μια μεγάλη βόλτα στην πόλη . Πήγαμε και στο λιμάνι, κατ’ ευτυχή συγκυρία ήταν το Ελληνικό Κρουαζιερόπλοιο «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ». Συγκινητική υποδοχή από όλο το Πλήρωμα, μας γέμισαν τσιγάρα να τα πάμε στους υπολοίπους Ναυαγούς στο ξενοδοχείο. Κατά το σερβίρισμα του δείπνου το γκαρσόνι με είδε μαύρο και άραχνο με τα γένεια κ.λ.π. και με ρώτησε στην Γαλλική αν ήμουν Άραβας.

Την επομένη των Χριστουγέννων γυρίσαμε με ναυλωμένο αεροπλάνο στην Αθήνα. Είχα υποστεί διάφορες θλάσεις και πνευμονία. Έμεινα κλινήρης στο σπίτι μου 3-4 μέρες, αλλά διά να θεραπευθώ πλήρως εισήλθα αργότερα στο νοσοκομείο και παρέμεινα 39 ημέρες. Όταν με εκάλεσαν στο Ανακριτικό Τμήμα του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, αδυνατούσα να προσέλθω λόγω υγείας, αλλά μου έστειλαν μια καμιονέτα δια την μεταφορά μου. Με εξέτασε ο τότε Πλωτάρχης Νέστωρ ΦΩΚAΣ, εξαίρετος Αξιωματικός, έκανε θαυμάσια δουλειά.

Σε μία στιγμή εδίστασα, δεν ήξερα πως να του πω την λέξη φινιστρίνι στην κοινοβαρβαρική ή στην καθαρευουσιάνικη, παραφωτίς. Ο αείμνηστος ΦΩΚΑΣ μου είπε: «Ηλία, πες τα μου όπως τα ξέρεις εσύ. Εγώ ήμουν Καπετάνιος στις νηοπομπές στον Πόλεμο και τα καταλαβαίνω όλα. Δεν είμαι από την Πάντειο».

Όταν τελείωσα και υπέγραψα, πηγαίνοντας προς την πόρτα, σταμάτησα και τον ρώτησα: «Κύριε Πλωτάρχα, πείτε μου την αλήθεια. Εσείς εξομολογήσατε τόσους διασωθέντες. Ήταν όντως δολιοφθορά των Εγγλέζων επειδή τους παίρναμε όλους τους Επιβάτες μέσα από το λιμάνι τους;  Γιατί έτσι λένε στην πιάτσα μας».

Ο ΦΩΚΑΣ με χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε: «Άστα βρε παιδί μου, κάνε τον σταυρό σου που σώθηκες και πήγαινε στην ευχή του Θεού». Μετά 10 μήνες περίπου, τέλος 1964, με εκάλεσαν για μια Τακτική Ανάκριση, σε κάποιο παλαιό, γκρίζο, θλιβερό κτήριο, γωνία Πανεπιστημίου και Κριεζώτου (ή Βουκουρεστίου) δεν θυμάμαι ακριβώς. Επειδή υπηρετούσα τη θητεία μου στο Β.Ν. πήγα ντυμένος Ναύτης. Εν πάσει περιπτώσει, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω ούτε τα πορίσματα των Ανακρίσεων, ούτε τις Αποφάσεις των Δικαστηρίων.

Μετά σχεδόν 30 χρόνια, τον Αύγουστο του 1993, ξαναβρέθηκα με το Κ/Ζ «ΟΡΦΕΥΣ» στην Καζαμπλάνκα. Το απόγευμα, κάνοντας μια βόλτα στην πόλη και τελείως τυχαία, χωρίς να το καταλάβω, τα βήματά μου με έφεραν έξω από ένα αρχοντικό κτήριο Γαλλικής αρχιτεκτονικής της «Belle Epoque» των αρχών του 20ου αιώνος. Ήταν όμως εγκαταλελειμμένο. Η θαυμάσια εξώπορτα με τα σκαλιστά μάρμαρα και τα περίτεχνα καγκελάκια ήταν «σφαλισμένη» με κάτι σανίδια καρφωμένα σταυρωτά.

 Άθελά μου κοίταξα  προς τα επάνω και είδα σκαλισμένη την επιγραφή «HOTEL TRANSATLANTIQUE». Βεβαίως η χρυσή μπογιά είχε σβύσει προ πολλού. Όμως οι δικές μου αναμνήσεις δεν θα σβήσουν ποτέ. Δεν ντρέπομαι να γράψω ότι έστεκα εκεί μερικά  λεπτά βουβός και δακρυσμένος.

 Η θύμιση τόσων αδικοχαμένων μέσα στον παγωμένο Ατλαντικό θα είναι πάντα μια πληγή για μας που έτυχε και σωθήκαμε. Ας είναι το γράψιμο τούτο ένας μικρός φόρος τιμής στη μνήμη τους, ας είναι ένα ταπεινό κερί που ανάβουμε μπροστά στον Αϊ Νικόλα για την ανάπαυση τους. Και να φρονηματίζει τους νέους ναυτιλλομένους και υπευθύνους, να αποφεύγουν παραλείψεις που μπορεί να έχουν ανάλογες δραματικές συνέπειες.
http://perialos.blogspot.gr/2013/11/blog-post_15.html


Ευχαριστούμε πολύ για την επίσκεψη! thiva post

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ευχαριστούμε πολύ για την επίσκεψη!

Τα μόνα σχόλια που σβήνω είναι οι ύβρεις.

Χειρουργικό Ιατρείο

Χειρουργικό Ιατρείο